Κυριακή 16 Ιουλίου 2017

Μη βιώσιμο το χρέος στα σενάρια του ΔΝΤ



ΕΙΡΗΝΗ ΧΡΥΣΟΛΩΡΑ
«Εάν οι πιστωτές δεν προσφέρουν περισσότερα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, το ΔΝΤ δεν θα μπορέσει να συμμετάσχει χρηματοδοτικά στο ελληνικό πρόγραμμα», αναμένεται να διαμηνύσει την Πέμπτη το Εκτελεστικό Συμβούλιο του Ταμείου.
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:
Δεν θα χαλάσει ίσως το πάρτι της κυβέρνησης, ενόψει της εξόδου στις αγορές, η έκθεση που θα συζητήσει το Εκτελεστικό Συμβούλιο του ΔΝΤ την προσεχή Πέμπτη, 20 Ιουλίου, προκειμένου να αποφασίσει για τη συμμετοχή του στο ελληνικό πρόγραμμα, αλλά ασφαλώς δεν θα συμβάλει στον γενικό ενθουσιασμό.
Το ΔΝΤ βρίσκει άλλη μία φορά μη βιώσιμο το ελληνικό χρέος, σε όλα τα σενάριά του, όπως βεβαιώνουν πηγές που γνωρίζουν. Οι πληροφορίες από την Ουάσιγκτον αναφέρουν, μάλιστα, πως οι τεχνοκράτες του Ταμείου έχουν περιλάβει στην ανάλυση βιωσιμότητας χρέους τους (DSA) και σενάριο που ενσωματώνει τις δεσμεύσεις των Ευρωπαίων, δηλαδή τα βραχυπρόθεσμα μέτρα για το χρέος και τη διατήρηση πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5% του ΑΕΠ έως το 2022 και 2% του ΑΕΠ μετά. Ούτε με αυτές τις παραδοχές θεωρούν ότι το χρέος είναι βιώσιμο. «Εάν οι πιστωτές δεν προσφέρουν περισσότερα μέτρα ελάφρυνσής του, το ΔΝΤ δεν θα μπορέσει να συμμετάσχει χρηματοδοτικά στο ελληνικό πρόγραμμα», αναμένεται να διαμηνύσει, σύμφωνα με πηγές στην Ουάσιγκτον, το Εκτελεστικό Συμβούλιο του Ταμείου.
Το βασικό σενάριο του ΔΝΤ δεν διαφέρει από εκείνο που είχε παρουσιάσει τον Φεβρουάριο, μετά την εξέταση της ελληνικής οικονομίας με βάση το «άρθρο IV», αναφέρουν οι πηγές. Οι απαισιόδοξες παραδοχές του για τον ρυθμό ανάπτυξης και το επιτόκιο δανεισμού καθιστούν το χρέος μη βιώσιμο, μετά το 2030, καθώς οι ανάγκες εξυπηρέτησής του θα ξεπερνούν το 20% του ΑΕΠ.
Δεν είναι όμως μόνο η ανάλυση βιωσιμότητας χρέους του ΔΝΤ που θα στείλει αρνητικά σήματα για την ελληνική οικονομία την ερχόμενη Πέμπτη. Σύμφωνα με πληροφορίες, το ΔΝΤ θα επισημαίνει μία σειρά από αδυναμίες, μεταξύ άλλων, στο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Κατά το ΔΝΤ, οι ελληνικές τράπεζες θα χρειαστούν περαιτέρω κεφαλαιακή ενίσχυση 10 δισ. ευρώ.
Βεβαίως, δεδομένου ότι η Ελλάδα έχει πάρει τα μέτρα τα οποία είχε ζητήσει το Ταμείο (περικοπές συντάξεων και αφορολογήτου) και κυρίως επειδή η Κριστίν Λαγκάρντ έχει αναλάβει σχετική δέσμευση έναντι της Αγκελα Μέρκελ, το ΔΝΤ, θα προχωρήσει σε μία «συμφωνία έγκρισης επί της αρχής» του ελληνικού προγράμματος. Η συμφωνία όμως αυτή θα ενεργοποιηθεί μόνο εάν η Ευρωζώνη προχωρήσει σε περαιτέρω συγκεκριμενοποίηση των μέτρων για την ελάφρυνση του χρέους. Σύμφωνα με πηγή του ΔΝΤ, οι πιθανότητες να οδηγηθεί τελικά το ΔΝΤ σε εκταμίευση του 1,6 δισ. ευρώ που αιτήθηκε η ελληνική κυβέρνηση με την επιστολή προθέσεων του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα και του υπουργού Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτου «είναι περιορισμένες». Στην πραγματικότητα, στηρίζονται σχεδόν αποκλειστικά στην προοπτική να προκύψει από τις γερμανικές εκλογές κυβερνητικό σχήμα, που θα ευνοεί την περαιτέρω συγκεκριμενοποίηση των μέτρων για το ελληνικό χρέος. Κάτι που δεν είναι καθόλου βέβαιο αυτή τη στιγμή.
Χειρότερος συνδυασμός
Αντίθετα με τα σημερινά δεδομένα, βαδίζουμε μάλλον στον «χειρότερο συνδυασμό», όπως τον είχε χαρακτηρίσει ο κ. Τσακαλώτος στο  Eurogroup της 22ης Μαΐου, δηλαδή να εισακούεται το ΔΝΤ ως προς τις απαιτήσεις του για μέτρα, όχι όμως και ως προς αυτές για το χρέος.
Δεν είναι τυχαίο ότι, σύμφωνα με τις πηγές του ΔΝΤ, η έκθεση που θα συζητηθεί δεν προβλέπει επίσημα χρονικό όριο εντός του οποίου πρέπει να επανεξεταστεί η βιωσιμότητα του χρέους, ώστε να αποφασισθεί οριστικά η συμμετοχή ή μη του Ταμείου στο πρόγραμμα. Στις περισσότερες άλλες περιπτώσεις χωρών που είχαν ενταχθεί στο παρελθόν (κυρίως τη δεκαετία του ’80) σε ανάλογα καθεστώτα με «συμφωνία έγκρισης επί της αρχής» δινόταν περιθώριο ενός μηνός για να αποφασιστεί οριστικά η ενεργοποίηση ή μη του προγράμματος. Στην ελληνική περίπτωση, το ΔΝΤ είναι προφανές ότι έχει αποφασίσει να φανεί ευέλικτο, αφήνοντας κάθε περιθώριο στην Ευρωζώνη να κινηθεί όποτε εκείνη θεωρεί σκόπιμο στην ελάφρυνση του ελληνικού χρέους. Ετσι, είναι πιθανόν να παραμείνει το ΔΝΤ με ρόλο συμβούλου έως το τέλος του ελληνικού προγράμματος τον Αύγουστο του 2018.
Ακόμη κι αν το πάρτι γίνει τελικά, τις επόμενες μέρες, με έξοδο στις αγορές, οι οποίες δείχνουν να αδημονούν για τις υψηλές αποδόσεις των ελληνικών τίτλων, οι αναλυτές εκτιμούν ότι το φθινόπωρο θα ακολουθήσει «χανγκόβερ».
Η τρίτη αξιολόγηση δεν προβλέπεται εύκολη. Μεταξύ των απαιτήσεων που έχει θέσει το ΔΝΤ και αναμένεται να αποτελέσουν «αγκάθια» είναι η συμμετοχή ποσοστού τουλάχιστον 50% των εργαζομένων, προκειμένου να λαμβάνεται απόφαση απεργίας. Στα «δύσκολα» και ίσως μελλοντικά εκρηκτικά, περιλαμβάνεται και η προώθηση των αξιολογήσεων των δημοσίων υπαλλήλων.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το ΔΝΤ δεν βιάζεται να τελειώσει η αξιολόγηση. Στο δικό του πρόγραμμα, συνολικά, προβλέπεται να γίνει μόνο μία. Εχει περιθώριο, επομένως, να ασκήσει πίεση εκεί όπου το ενδιαφέρει.